ὠκύπομπος
ὠκύπομπος, quick-sending, conveying rapidly
ὠκῠ-πομπος, ον,
- conveying rapidly, of ships, δόρυ B. 16.90; ναῦς E. IT 1137 (lyr.); πλάται ib. 1427.
ὠκύ·πομπος, ος, ον [ῠ] transporté promptement, Eur. I.T. 1136.
Étym. ὠ. πέμπω.
ὠκύπομπος, schnell schickend, fortbringend, ναῦς Eur. I.T. 1137, πλάται 1427.
ὠκύπομπος
ὠκύ-πομπος, ον,
- quick-sending, conveying rapidly, Eur.