Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠκύμοιρος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὤκιμον
ὠκιμώδης
ὡκινάκης
Ὠκίναρος
ὤκινον
ὠκίς
ὤκιστα
ὤκιστος
ᾤκτειρα
ὠκύαλος
Ὠκύαλος
ὠκυβόαι
ὠκυβόας
ὠκυβόλος
ὠκυγένεθλος
ὠκυδήκτωρ
ὠκυδίδακτος
ὠκυδίνατος
ὠκυδίνητος
ὠκυδρόμας
ὠκυδρομέω
ὠκύδρομος
ὠκυδρόμος
ὠκυεπής
ὠκύθοος
Ὠκύθοος
ὠκυκέλευθος
Ὤκυλλος
ὠκυλόχεια
ὠκυμάχος
ὠκύμοιρος
ὠκύμολος
ὠκύμορος
Ὠκυνόη
ὠκύνοος
ὠκύνω
ὠκυπέδιλος
ὠκυπέτας
ὠκυπέτεια
Ὠκυπέτη
ὠκυπέτης
ὠκύπλανος
ὠκύπλοος
ὠκυποδέω
ὠκυπόδης
ὠκύποινος
ὠκύπομπος
ὠκυπομπός
ὠκυπορέω
ὠκύπορος
ὠκύπος
ὠκύπους
ὠκύπτερος
ὠκυρέεθρος
ὠκυρόας
Ὠκυρόη
ὠκυρόης
ὠκύροος
ὠκύρροος
ὠκύς
ὠκύσημον
…
ὠκύμοιρος
Save
LSJ
ὠκῠ-μοιρος, ον,
= ὠκύμορος,
Epigr.Gr.
246.1 (Bithynia).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}