Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠογενής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠνητικός
ὠνητικῶς
ὠνητός
ὠνήτωρ
ὤνθρωπε
ὤνθρωποι
ὥνθρωπος
ὠνιακός
ὤνιος
ὧννυ
ὤνομα
ὠνομάδαται
ὠνόμασας
ὠνομασμένως
ὠνόμηνα
ὦνος
ᾧνος
ὠνοσάμην
ὠνοφύλαξ
ᾠνοχόει
ὡξ
ὦξα
ᾦξα
ᾦξε
Ὦξος
ᾠοβραχής
ὠοβραχής
ᾠόγαλα
ὠόγαλα
ᾠογενής
ὠογενής
ᾠογονέω
ᾠογονία
ᾠοειδής
ὠοειδής
ᾠοθεσία
ὠοθεσία
ᾠοθυτικά
ὠοιοί
ὠοίφιον
ᾠόμην
ᾠόν
ᾦον
ὠόπ
ὠοπώλης
ᾠόπωλις
ὠόπωλις
ᾠοσκοπία
ὠοσκοπία
ὠοσκοπικά
ᾠοσκοπικά
ᾠοσκύφιον
ὠοσκύφιον
ᾠοτοκεύς
ὠοτοκεύς
ᾠοτοκέω
ὠοτοκέω
ᾠοτοκία
ὠοτοκία
ᾠοτόκος
ὠοτόκος
…
ὠογενής
Save
Pape
ὠογενής
, ές,
aus dem Ei geboren, entstanden
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}