δραστηριότης
δραστηριότης, activity, energy
Could not find δραστηριότητα in Logeion dictionaries.
δραστηριότητα feminine accusative singular of δραστηριότης
δραστ-ηριότης, ητος, ἡ,
- activity, energy, Eust. 123.46.
capacidad, energía
ἡ δ' ἐν τοιούτοις δ. ὀξυλάβεια ἔργων λέγεται
δραστηριότης, ητος, ἡ, die Tatkraft, Eust.