δραστηριώδης
δραστ-ηριώδης, ες,
- = δραστήριος, Gal. 12.123 (Comp.).
eficaz, activo
ἔξωθεν μέντοι κατὰ τοῦ σώματος ἐπιτιθέμενα δραστηριωδέστερα
eficaz, activo
ἔξωθεν μέντοι κατὰ τοῦ σώματος ἐπιτιθέμενα δραστηριωδέστερα