δράσσομαι
δράσσομαι, to grasp
- grasp with the hand, c. gen. rei, κόνιος δεδραγμένος αἱματοέσσης clutching handfuls of gory dust, Il. l.c.: metaph., ἐλπίδος δεδραγμένος S. Ant. 235 (vv. ll. πεπρ-, πεφρ-), cf. Plb. 36.15.7; δραξάμενοι τῶν ἁλῶν taking a handful of salt, Pl. l.c., etc.
- 2 lay hold of, τί μου δέδραξαι χερσί; E. Tr. 750; δραξάμενος φάρυγος having seized [them] by the throat, Theoc. 24.28, cf. 25.145, POxy. 1298.10 (iv A. D.): metaph., δράξασθαι καιροῦ D.S. 12.67; μείζονος οἴκου (i.e. by marriage), Call. Epigr. 1.14 Pf.; μεγάλης ἀπήνης AP 11.238 (Demod.); τᾶς κραδίας Theoc. 30.9; [ὧν χρ]ὴ δράξασθαι τὸ στόμα sounds the mouth has to grip, i.e. make, dub. in Phld. Po. 2.41.
- II c. acc., take by handfuls, ταύτας [τὰς μνέας] δ. Hdt. 3.13; also, catch, τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν 1 Ep.Cor. 3.20.
1 coger con la mano, agarrar c. gen.
κόνιος δεδραγμένος αἱματοέσσης
δραξάμενοι τῶν ἁλῶν
cogiendo puñados de salτί μου δέδραξαι χερσί;
• c. especificación de la parte tb. en gen.
τέττιγος ἐδράξω πτέρου
ἐρεβίνθου
τοῦ μὲν ... ἐδράξατο χειρὶ παχείῃ σκαιοῦ ἄφαρ κέραος
δράττεταί <τε> τῶν τριχῶν
χαίτης
πλοκάμων
ἔμεθεν δὲ πλέον τᾶς κραδίας ὦρος ἐδράξατο
el amor me oprimió aún más el corazón
• c. ac.
ταύτας (μνέας ἀργυρίου) ... αὐτοχειρίῃ διέσπειρε τῇ στρατιῇ
δραξάμενος ἀπ' αὐτῆς πλήρη τὴν δράκα
ξίφη
2 atrapar, hacerse con c. gen.
τοῦ χρυσοῦ
μου
ὁ Σατανᾶς τὸν ἄνθρωπον
εἴ τις ἐπίσκοπος ... δράξεται γυναῖκα ἐν σκοτείᾳ
• c. suj. de anim. hacer presa c. gen.
ὅτε δράξαιντο δεράων
unos perrosἐδράξατο λαιμῶν
κεφαλῆς δεδραγμέναι
ᾗ δραξάμενος ... ὅθεν ἐπιλάβοιτο τῆς πρώρρας
con ella (una especie de grúa) habiendo hecho presa de manera que se agarrara de la proaἐπουραίῳ δήγματι δραξάμενος
agarrándose de la cola con un mordisco un lobo a otroγλυκερῆς δεδραγμένος ὀδμῆς
prendido de su dulce olor un perroὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν
3 alcanzar c. gen. abstr.
τῆς ἐλπίδος γὰρ ἔρχομαι δεδραγμένος
βραχείας ἐλπίδος
ἐδράξαο νίκης
• c. gen. de cosa obtener
ἐφείσατο μείζονος οἴκου δράξασθαι
renunció a obtener (una novia de) superior haciendaμεγάλης δράξονται ἀπήνης
obtendrán (el honor de) un gran carro
• c. gen. de pers. alcanzar, llegar junto a
εἰ τῶν οἴκοι ἐδράξατο
• fig. c. gen. abstr. aprehender, comprender
τινὸς ἀγαθοῦ νοήματος
τῆς ἀληθείας
• raro en v. act.
δράξαι· κρατῆσαι
4 aprovechar
καιροῦ
τῆς εὐκαιρίας
• en mal sent. aprovecharse de
μου
ἀπειρίας δραξάμενοι τοῦ Ταχοσδρώ
τῆς ἀπουσίας ... τοῦ πατρός
τῆς προαιρέσεως τῶν Γαζαίων
•Pres. c. -i̯- de una r. *dr̥k- o *dr̥gh-, que da lugar a δράγμα, δράξ, δράγδην, etc., aunque su parentesco ide. es oscuro (¿cf. arm. trc̣-ak- ‘haz’, ‘gavilla’? ¿o ir.med. dremm ‘grupo’?)
Pf. pple. δεδραγμένος.
To clutch at, grasp.
With genit.: κόνιος δεδραγμένος Il. 13.393 = Il. 16.486.
- Dep.
- IAttic to grasp, c. gen. rei, κόνιος δεδραγμένος clutching a handsful of dust, Il.; so, ἐλπίδος δεδραγμένος Soph.
- 2to lay hold of, τί μου δέδαρξαι; Eur.; δραξάμενος φάρυγος having seized [them] by the throat, Theocr.
- IIc. acc. rei, to take by handsful, Hdt.