Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δρομιχαίτης
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δρομαῖος
δρομαλός
δρόμαξ
δρομάς
δρομάσσειν
δρομάσσω
δρομάω
Δρομέας
δρομεδάριος
δρομεύς
Δρομεύς
δρομέω
δρομή
δρομήϊος
Δρομήϊος
δρόμημα
δρόμησις
δρομιάμφιος
δρομίας
δρομιάφιον
δρομιδάριος
δρομικός
δρομικότης
δρομικῶς
δρόμιον
Δρόμιος
δρόμιος
δρομίς
δρομίσσω
Δρομιχαίτης
δρομιχαίτης
δρομογοργοκίνητος
δρομοδάριος
δρομοκάμηλος
δρομοκῆρυξ
Δρομοκλείδης
δρομόναρχος
δρόμος
δρομόω
δρόμων
Δρόμων
δρομωνάριος
δρόξιμα
δροόν
δροπά
Δροπικοί
δρόπις
δροπίσκος
δρόπος
δρόσαλλις
δροσαλλίς
δροσάτον
Δροσερά
δροσερός
δροσία
δροσίζω
δροσίη
Δροσική
δρόσιμος
δροσινός
δροσιός
…
δρομιχαίτης
Save
DGE
δρομιχαίτης
-ου, ὁ
de crin tremolante
δ. ἵππος
Eust.773.22, cf. 145.4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}