δυσδιάτηκτος
δυσδιάτηκτος, hard to soften
δυσδιά-τηκτος, ον,
- hard to soften, prob.l., Thphr. CP 2.15.2.
que no se disuelve bien
ἡ γῆ δ. ἢ βρεχομένη
δυσ·διάτηκτος, ος, ον, difficile à fondre, Th. C.P. 2, 15, 2.
Étym. δ. διατήκω.