καταπλαστύς
καταπλαστύς, plaster, poultice
Could not find καταπλαστὺν in Logeion dictionaries.
καταπλαστὺν feminine accusative singular of καταπλαστύς
κατα-πλαστύς, ύος, ἡ, Ion. for κατάπλασμα, Hdt. 4.75.
καταπλαστύς, ύος (ἡ) ion. c. κατάπλασμα, Hdt. 4, 75.
καταπλαστύς, ύος, ἡ, ion. = κατάπλασμα, Her. 4.75.
καταπλαστύς, ύος
Ionic for κατάπλασμα, Hdt.