καταπληγμός Save LSJ Bailly 2024 Pape κατα-πληγμός, ὁ, = κατάπληξις, LXX Si. 21.4. καταπληγμός, οῦ (ὁ) action d’être frappé, stupeur, vertige, Spt. Eccl. 21, 5. Étym. καταπλήσσω. καταπληγμός, ὁ, = κατάπληξις, LXX.