Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λογιστευτής
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λογεύς
λογευτήριον
λογευτής
λογευτικόν
λογεύω
λογία
λογιατρεία
λογίατρος
λογίδιον
λογίδριον
λογιεύς
λογίζομαι
λογικεύομαι
λογικός
λογικότης
λογικῶς
λόγιμος
Λογίνα
λόγιον
λόγιος
λογιότης
λογίς
λόγισις
λογίσκος
λόγισμα
λογισμός
λογιστ(ε)ία
λογιστεία
λογιστέον
λογιστέος
λογιστευτής
λογιστεύω
λογιστηρία
λογιστήριον
λογιστήριος
λογιστής
λογιστία
λογιστικός
λογιστονόμα
λογιστονόμος
λογιστός
λογίως
λογκούριον
λογογραφεύς
λογογραφέω
λογογράφημα
λογογραφία
λογογραφικός
λογογράφος
λογοδαιδαλία
λογοδαίδαλος
λογοδεής
λογόδειπνον
λογοδηρία
λογοδιάρροια
λογοδιδάσκαλος
λογοείδεια
λογοειδής
λογοειδία
λογοθεσία
λογοθέσιον
…
λογιστευτής
Save
Brill-Montanari
λογιστευτής
-οῦ, ὁ [
λογιστεύω
]
auditor
,
fig.
of God
CAp.
2.25.2.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}