λόγισις
λόγ-ισις, εως, ἡ,
- = λογισμός, Phryn. PS p.65 B.
λόγισις -εως, ἡ Phryn.2 S.P. 65.2, see λογισμός.
λόγισις, ἡ, das Zusammenrechnen, Erwägen, Phryn. in B.A. 36.