Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ποικιλογενής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποιήτρια
ποιητρίς
ποιητρόφος
ποιηφαγέω
ποιηφάγος
ποικάζω
ποικεφάλαιον
ποικιλαίνω
ποικιλανθής
ποικιλάνιος
ποικιλειμονῖτις
ποικιλείμων
ποικιλερυθρόμελας
ποικιλέρυθρος
ποικιλεύομαι
ποικιλεύς
Ποικίλη
ποικιλήνιος
Ποικίλης
ποικιλία
ποικιλίας
ποικίλιον
Ποικίλιος
ποικιλίς
ποικίλλω
ποίκιλμα
ποικιλμός
ποικιλόβοτρυς
ποικιλόβουλος
ποικιλόγαρυς
ποικιλογενής
ποικιλόγηρυς
ποικιλόγλωσσος
ποικιλόγραμμος
ποικιλογραφέω
ποικιλογράφος
ποικιλόδακρυς
ποικιλόδειρος
ποικιλόδερμος
ποικιλοδέρμων
ποικιλοδίνης
ποικιλόδινος
ποικιλόδιφρος
ποικιλόδωρος
ποικιλοεργός
ποικιλόθριξ
ποικιλόθρονος
ποικιλόθροος
ποικιλόκαυλος
ποικιλολειμωνῖτις
ποικιλομήτης
ποικιλόμητις
ποικιλομήχανος
ποικιλομορφία
ποικιλόμορφος
ποικιλόμουσος
ποικιλόμυθος
ποικιλόνοος
ποικιλόνους
ποικιλόνωτος
ποικιλοπράγμων
…
ποικιλογενής
Save
LSJ
ποικῐλο-γενής, ές,
= αἰολόφυλος, Sch.
Opp.
H.
1.617.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}