ποικιλεύς Save LSJ Bailly 2024 Pape ποικῐλ-εύς, έως, ὁ, = ποικιλτής, Alex. 328. ποικιλεύς, έως (ὁ) [ῐ] c. ποικιλτής, Alex. (Com. fr. 3, 524). ποικιλεύς, ὁ, = ποικιλτής, Alexis bei Poll. 7.35.