Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ποικίλιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ποιητίζω
ποιητικεύομαι
ποιητικεύω
ποιητικός
ποιητικῶς
ποιητογράφος
ποιητοδιδάσκαλος
ποιητός
ποιήτρια
ποιητρίς
ποιητρόφος
ποιηφαγέω
ποιηφάγος
ποικάζω
ποικεφάλαιον
ποικιλαίνω
ποικιλανθής
ποικιλάνιος
ποικιλειμονῖτις
ποικιλείμων
ποικιλερυθρόμελας
ποικιλέρυθρος
ποικιλεύομαι
ποικιλεύς
Ποικίλη
ποικιλήνιος
Ποικίλης
ποικιλία
ποικιλίας
ποικίλιον
Ποικίλιος
ποικιλίς
ποικίλλω
ποίκιλμα
ποικιλμός
ποικιλόβοτρυς
ποικιλόβουλος
ποικιλόγαρυς
ποικιλογενής
ποικιλόγηρυς
ποικιλόγλωσσος
ποικιλόγραμμος
ποικιλογραφέω
ποικιλογράφος
ποικιλόδακρυς
ποικιλόδειρος
ποικιλόδερμος
ποικιλοδέρμων
ποικιλοδίνης
ποικιλόδινος
ποικιλόδιφρος
ποικιλόδωρος
ποικιλοεργός
ποικιλόθριξ
ποικιλόθρονος
ποικιλόθροος
ποικιλόκαυλος
ποικιλολειμωνῖτις
ποικιλομήτης
ποικιλόμητις
ποικιλομήχανος
…
Ποικίλιος
Save
Bailly 2024
Ποικίλιος,
ου,
dor.
-ω
[
κῐ
] Pœkilios,
h.
Anth.
App.
147
.
Étym.
ποικίλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}