ποικιλόγραμμος
ποικιλόγραμμος, striped
ποικῐλό-γραμμος, ον,
- striped, Arist. Fr. 296.
ποικιλό·γραμμος, ος, ον [ῐ] aux lignes de couleurs variées, Arstt. (Ath. 327f).
Étym. π. γραμμή.
ποικιλόγραμμος, mit bunten Linien, Arist. bei Ath. VII.327f, διὰ τὸ μελαίναις γραμμαῖς πεποικίλθαι.