ταχυπέτης
ταχυπέτης, flying fast
τᾰχῠ-πέτης, ες, or τᾰχῠ-πετής, ές, (πέτομαι)
- flying fast, Suid. s.v. ὠκύπτερον.
ταχυπέτης, ες, schnell fliegend, Suid.
ταχυπέτης, flying fast