ταχύπλοος
ταχύπλοος, fast-sailing
τᾰχῠ-πλοος, ον, contr. ταχύπλους, ουν,
- fast-sailing, E. Hyps.Fr. 1 iii 12, Sch. Od. 15.473, Hsch. s.v. ὠκύπλους.
ταχύπλοος, zsgzn ταχύπλους, schnell schiffend, Sp.