About Report a problem

Menu

ἐγκαταμείγνυμι

ἐγκαταμείγνυμι, mix with

Could not find ἐγκαταμίξας in Logeion dictionaries.

ἐγκαταμίξας aorist active participle masculine nominative singular, aorist active participle masculine vocative singular of ἐγκαταμείγνυμι

See ἐγκαταμίξας in Morpho

ἐγκατα-μείγνῡμι (-ύω Luc. Lex. 25),
  • mix with, τί τινι Timo 33, Luc. Hist.Conscr. 13, etc.; φάρμακον πότῳ Ach.Tat. 4.15; τινὰς λόχοις D.H. 6.2; ἑαυτοὺς τοῖς στρατιώταις Hdn. 7.12.7: metaph., κέντρον τωθασμοῖς Ph. 2.570; θεὸν ἀνθρωπίναις χρείαις Plu. Def.orac. 2.414f; of a sculptor, μανίην λίθῳ APl. 16.57 (Paul.Sil.), cf. AP 9.593:—Pass., to be mixed in or with, ἐγκαταμειγνύμενος ὕδατι Hp. Aër. 6; ἐγκαταμεμιγμένα τοῖς λεγομένοις Isoc. 15.10; ὀνόματα -μιγέντα τῇ λέξει D.H. Comp. 25.

Saved

Recent