ἐγκατάλειψις
ἐγκατάλειψις, residual symptom
ἐγκατά-λειψις, εως, ἡ,
- residual symptom (v. -ληψις).
1 atraso
2 abandono, desamparo
• fig. abandono, olvido
λήθην δὲ ἐπὶ θεοῦ μὴ πάθος εἶναι νόμιζε, ἀλλὰ τὴν ἐγκατάλειψιν
• c. gen. obj.
τοῦ Θεοῦ
ἐγκατάλειψις, εως (ἡ) omission, oubli, Chrys. 9, 455, 598 Migne.
Étym. ἐγκαταλείπω.
ἐγκατάλειψις, ἡ, das Zurücklassen, Sp.