ἐγκατάκλειστος
ἐγκατάκλειστος, shut up in
ἐγκατά-κλειστος, ον,
- shut up in a place, E. Fr. 1132.39.
encerrado en, recluido en
δόμοις
εἶπε περὶ ἐμοῦ ὅτι ὤφειλα ἐ. εἶναι
• fig. del alma,
op. ἐλεύθερος