ἠρεμαιότης
ἠρεμαιότης, tranquillity
Could not find ἠρεμαιότητος in Logeion dictionaries.
ἠρεμαιότητος feminine genitive singular of ἠρεμαιότης
ἠρεμ-αιότης, ητος, ἡ,
- tranquillity, Hp. Praec. 2.
ἠρεμαιότης, ητος (ἡ) tranquillité, calme, Hpc. 26, 29.
Étym. ἠρεμαῖος.
ἠρεμαιότης, ητος, ἡ, die Ruhe, Hippocr.