Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ὀνόσσεσθαι
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνοματοθήρας
ὀνοματοθηρέω
ὀνοματοκλήτωρ
ὀνοματολόγος
ὀνοματομάχος
ὀνοματοποιέω
ὀνοματοποίησις
ὀνοματοποιητικός
ὀνοματοποιία
ὀνοματοποιΐα
ὀνοματοποιός
ὀνοματουργέω
ὀνοματουργία
ὀνοματουργός
ὀνοματώδης
ὀνόμηνε
ὀνόπορδον
ὀνοπρόσωπος
ὀνόπυξος
ὀνόρυγχος
ὄνος
ὄνοσαι
ὀνόσαιτο
ὀνόσασθε
ὄνοσις
ὀνοσκελής
ὀνοσκελίς
Ὀνοσκελίς
ὄνοσμα
ὀνοσσάμενος
ὀνόσσεσθαι
ὀνόσσεται
ὀνοστάσιον
ὀνόστασις
ὀνοστός
ὀνοστύππαξ
ὀνοσφαγία
ὀνοτάζω
ὀνοταστός
ὀνοτός
ὀνοτρόφος
ὀνουμαίνω
ὄνουρις
Ὄνουφις
Ὀνουφίτης νομός
ὀνοφορβός
ὀνόφυλλον
ὀνόφυλλος
ὀνοχειλές
ὀνοχειλίς
ὀνόχειλος
ὀνόχηλον
ὀνόχηλος
Ὀνόχωνος
ὄντα
ὄντας
ὀντοποιέω
ὀντότης
ὄντως
ὅνυ
ὀνύδιν
…
ὀνόσσεσθαι
Save
Grieks Nederlands
ὀνόσσεσθαι
inf. fut.
van
ὄνομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts