ὄνουρις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὄνουρις, f.l. for ὀνόθουρις in Dsc. 4.117. ὄνουρις, ιδος (ἡ) c. οἰνοθήρας, Diosc. ὄνουρις, ιδος, ἡ, eine Pflanze, die sonst auch ὀνοθήρας, οἰνοθήρας u. ä. heißt, Diosc.