Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνόχηλος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνόσαιτο
ὀνόσασθε
ὄνοσις
ὀνοσκελής
ὀνοσκελίς
Ὀνοσκελίς
ὄνοσμα
ὀνοσσάμενος
ὀνόσσεσθαι
ὀνόσσεται
ὀνοστάσιον
ὀνόστασις
ὀνοστός
ὀνοστύππαξ
ὀνοσφαγία
ὀνοτάζω
ὀνοταστός
ὀνοτός
ὀνοτρόφος
ὀνουμαίνω
ὄνουρις
Ὄνουφις
Ὀνουφίτης νομός
ὀνοφορβός
ὀνόφυλλον
ὀνόφυλλος
ὀνοχειλές
ὀνοχειλίς
ὀνόχειλος
ὀνόχηλον
ὀνόχηλος
Ὀνόχωνος
ὄντα
ὄντας
ὀντοποιέω
ὀντότης
ὄντως
ὅνυ
ὀνύδιν
ὀνυμ
ὄνυμα
ὀνυμάζω
ὀνυμαίνω
ὀνυμαστός
ὀνυμέω
ὄνυξ
ὀνυρίζεται
ὀνυχάλειμμα
ὀνυχιαῖος
ὀνυχίζω
ὀνυχιμαῖος
ὀνύχινος
ὀνύχιον
ὀνυχισμός
ὀνυχιστήρ
ὀνυχιστήριον
ὀνυχίτης
ὀνυχῖτις
ὀνυχογραφέομαι
ὀνυχογραφέω
ὀνυχοειδής
…
ὀνόχηλος
Save
Pape
ὀνόχηλος
, ἡ,
Eselsklaue
, = ὀνοχειλές,
Schol. Nic. Ther
. 838.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}