off-hand
off-hand
adj.
Brusque: P. βραχύλογος.
adj.
Brusque: P. βραχύλογος.
off-hand
adv.
P. and V. φαύλως, P. ἐξ ἐπιδρομῆς, ἐξ ὑπογυίου.
On the spot: P. and V. αὐτόθεν, αὐτί̆κα, πᾰραυτί̆κα.
adv.
P. and V. φαύλως, P. ἐξ ἐπιδρομῆς, ἐξ ὑπογυίου.
On the spot: P. and V. αὐτόθεν, αὐτί̆κα, πᾰραυτί̆κα.