risky
risky
adj.
Precarious: P. ἐπισφαλής, ἐπικίνδυνος, ἀκροσφαλής.
Dangerous: P. and V. δεινός, σφᾰλερός, P. ἐπικίνδυνος, παράβολος.
Venturesome: Ar. πᾰρά̆βολος, P. φιλοκίνδυνος.
adj.
Precarious: P. ἐπισφαλής, ἐπικίνδυνος, ἀκροσφαλής.
Dangerous: P. and V. δεινός, σφᾰλερός, P. ἐπικίνδυνος, παράβολος.
Venturesome: Ar. πᾰρά̆βολος, P. φιλοκίνδυνος.