Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Δόλβα
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δοκιμίτης λίθος
Δοκιμῖτις
δόκιμος
Δόκιμος
δοκιμότης
δοκιμόω
δοκίμωμι
δοκίμως
δοκίον
δόκιον
δοκίς
δοκίτης
Δόκλεα
Δοκλεᾶται
δοκοειδής
δοκοθήκη
δοκοποιός
δοκός
δόκος
δοκοτέκτων
δοκούντως
Δοκούριος
δοκόω
δοκώ
δοκώδης
δόκωσις
Δολαβέλλας
δολάν
δολάνα
δόλαντρον
Δόλβα
δολβαί
Δολβαῖος
δολερία
δολερός
δολερῶς
Δόλεσος
δόλευμα
Δολεχηνός
δολέων
δολεών
δολία
Δολιεῖς
δολιεύομαι
δολίζω
δολιμήτης
δολιόβουλος
δολιόγνωμος
δολιογνώμων
δολιόλαλος
δολιομήτης
δολιόμητις
δολιόμυθος
δόλιον
Δολίονες
Δολιόνιος
Δολιονίς
δολιοπλανής
δολιοπλόκος
δολιόπους
δόλιος
…
Δόλβα
Save
DGE
Δόλβα
-ης, ἡ
Dolba
ciu. de Adiabena, Arr.
Parth
.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}