δολάν Save LSJ δολάν (leg. δοάν) · ἀντὶ τοῦ δήν, Hsch. δολάνα· μαστροπός, Id. (cf. δολομάν). δολβαί· θύματα, οἱ δὲ μικρὰ (μικτὰ cod.) πλακούντια, Id.; cf. δόλπαι.