δοκώ
δοκώ, opinion
δοκώ, όος, contr. οῦς, ἡ,
- = δόκησις, E. El. 747.
opinión
δ. κενὴ ὑπῆλθέ μ'
δοκώ, όος-οῦς (ἡ) c. δόκησις, Eur. El. 747.
δοκώ, οῦς, ἡ, = δόκος ; κενή Eur. El. 747.
δοκώ, opinion
opinión
δ. κενὴ ὑπῆλθέ μ'