Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κυβελήϊος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κυανοψιών
κυανώπης
κυανῶπις
κυανωπός
κυάνωσις
Κυαξάρης
κύαρ
κυβάβδα
κυβάζω
κυβαία
κυβαΐζοντες
κυβάλης
κυβαλικός
κύβας
κυβάω
κύββα
κύβδα
κύβδασος
κυβέβις
κύβεθρον
κυβεία
κυβείας
κυβεῖον
κύβειρος
Κύβελα
Κυβέλα
Κυβέλεια
Κυβέλειον
κυβέλη
Κυβέλη
Κυβελήϊος
Κυβεληΐς
κυβέλιον
Κύβελον
κυβεπίκυβος
κυβερνα
κυβέρνασις
κυβερνάτας
κυβερνατήρ
κυβερνάω
κυβερνήσια
κυβέρνησις
κυβερνήτειρα
κυβερνητέον
κυβερνητήρ
κυβερνητήριος
κυβερνήτης
κυβερνητικός
κυβερνητικῶς
κυβερνῆτις
κυβέρνιον
Κυβερνίσκος
κυβερνισμός
κύβερνος
κυβέρτιον
κύβετρον
κύβευμα
κυβευτήριον
κυβευτής
κυβευτικός
κυβεύτρια
…
Κυβελήϊος
Save
Bailly 2024
Κυβελήϊος,
α, ον
[
ῠ
] de Cybèle,
Man.
5, 180
.
Étym.
Κυβέλη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}