κυβερνατήρ
κυβερνατήρ, helmsman
κυβερνατήρ, dor. = κυβερνητήρ, Pind. I. 3.89.
κῠβερνᾱτήρ
- 1helmsman met. εἰ μὴ θεὸς ἁγεμόνεσσι κυβερνατὴρ γένηται P. 4.274 διπλόαν νίκαν ἀνεφάνατο κυβερνατῆρος οἰακοστρόφου γνώμᾳ πεπιθὼν πολυβούλῳ i. e. of his trainer, Orseas Ι. 4. 71.