Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ναύσων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναυσίον
ναυσιπέδη
ναυσιπέρατον
ναυσιπέρατος
ναυσίποδες
ναυσίπομπος
ναυσιπομπός
ναυσίπορος
ναυσιπόρος
ναυσίστονος
Ναυσιστράτη
ναυσιφθόρος
Ναυσίφιλος
ναυσιφόρητος
ναυσιώδης
ναυσίωσις
ναυσοίκητος
ναῦσσον
ναύσταθμον
ναύσταθμος
ναύστης
ναυστιλεία
ναυστολέω
ναυστόλημα
ναυστόλησις
ναυστολία
ναυστολογέω
ναυστολόγος
ναύστολος
Ναύστροφος
Ναύσων
ναυταρίδιον
ναύτας
ναυτεία
Ναυτεύς
ναύτης
ναυτία
ναυτιασμός
ναυτιάω
ναυτιεύς
ναυτίη
ναυτικός
ναυτικῶς
ναυτίλαρχος
ναυτιλέῳ
ναυτιλία
ναυτιλίη
ναυτίλλομαι
ναυτίλος
ναυτιλοφθόρος
ναυτιόεις
ναυτίς
ναῦτις
ναυτιώδης
ναυτιωδῶς
ναυτίωσις
ναυτοδίκαι
ναυτοκράτωρ
ναυτολογέω
ναυτολόγος
ναυτοπαίδιον
…
Ναύσων
Save
Bailly 2024
Ναύσων,
ωνος
(
ἡ
)
Nausôn,
n. de navire,
Ar.
Eq.
1309
.
Étym.
ναῦς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}