ναυτοκράτωρ Save LSJ Pape ναυτο-κράτωρ [ᾰ], ορος, = ναυκράτωρ, BCH 46.331 (Teos), v.l. in Th. 5.97, 109. ναυτοκράτωρ, ορος, ὁ, = ναυκράτωρ, v.l. bei Thuc. 5.97.