Νεμεαῖος
Νεμεαῖος, Nemean
Νεμεαῖος, α, ον, de Némée, Pd. N. 2, 4, etc. ; Str. 377.
Étym. Νεμέα.
Νεμεαῑος
- 1Nemean Νεμεαίου ἐν πολυυμνήτῳ Διὸς ἄλσει N. 2.4 Δείνιος δισσῶν σταδίων καὶ πατρὸς Μέγα Νεμεαῖον ἄγαλμα (Pauw: νέμειον codd.) N. 8.16