Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Πομπιλία
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πόλχος
πόμα
Πομαξάθρης
πομάτιον
πομμοῦσαν
πομπά
πομπαγωγέω
πομπαγωγία
Πομπαίδιος
πομπαῖος
πομπεία
πομπεῖον
πομπεύς
πόμπευσις
πομπευτήριος
πομπευτής
πομπευτικός
πομπεύω
πομπέω
πομπή
πομπηγορῶσι
Πομπήϊα
Πομπηϊανοί
Πομπήϊοι
Πομπήϊος
Πομπήιος
Πομπηιούπολις
Πομπηϊουπολίτης
πομπικός
πομπικῶς
Πομπιλία
Πομπίλιος
πομπίλος
πόμπιμος
πόμπιος
Πόμπιος
πομπός
πομποστολέω
Πόμπων
Πομπωνία
Πομπώνιος
πομφολυγέω
πομφολυγηρόν
πομφολυγηρός
πομφολυγίζω
πομφολυγοπάφλασμα
πομφολυγόω
πομφολυγώδης
πομφολυγωτός
πομφολύζω
πομφόλυξ
πομφός
ποναθῇ
πονδαίσιον
πονέομαι
πονεύω
πονέω
πόνημα
πονημάτιον
πονήρευμα
πονηρεύομαι
…
Πομπιλία
Save
Bailly 2024
Πομπιλία,
ας
(
ἡ
) =
lat.
Pompilia
,
n. de f. rom.
Plut.
Num.
21
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}