Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Σπῖκλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σπήεσσι
σπῆι
σπῆϊ
σπηλάδιον
σπηλαιοειδής
σπήλαιον
σπηλαΐτης
σπηλαιώδης
σπηλεῦσαι
σπηλόν
σπηλυγγώδης
σπῆλυγξ
σπηλώδης
σπίγγος
σπιδής
σπίδιος
σπιδνός
σπιδόεις
σπιδόθεν
σπίζα
σπιζίας
σπιζίτης
σπίζω
σπιθαμαῖος
σπιθαμή
σπιθαμιαῖος
σπιθαμώδης
σπιθίαι
Σπιθριδάτης
σπικᾶτα
Σπῖκλος
σπίλα
σπιλαδώδης
σπίλαξ
σπιλάς
σπίλη
σπίλον
σπίλος
σπῖλος
σπιλόω
σπιλώδης
σπίλωμα
σπιλωτός
σπίνα
σπίνδαλος
σπινδεῖρα
σπινθάριξ
σπινθαρίς
Σπίνθαρος
σπινθάρυξ
σπινθεύω
σπινθήρ
Σπινθήρ
Σπίνθηρ
σπινθηρακίζω
σπινθηράκιον
σπινθηρίζω
σπινθηροβολέω
σπινθηροβόλος
σπινθηροειδής
σπινθηροπόμπος
…
Σπῖκλος
Save
Bailly 2024
Σπῖκλος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Spicillus
,
n. d’h. rom.
Plut.
Galb.
8
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}