Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σπιλωτός
σπιλωτός, stained
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σπηλώδης
σπίγγος
σπιδής
σπίδιος
σπιδνός
σπιδόεις
σπιδόθεν
σπίζα
σπιζίας
σπιζίτης
σπίζω
σπιθαμαῖος
σπιθαμή
σπιθαμιαῖος
σπιθαμώδης
σπιθίαι
Σπιθριδάτης
σπικᾶτα
Σπῖκλος
σπίλα
σπιλαδώδης
σπίλαξ
σπιλάς
σπίλη
σπίλον
σπίλος
σπῖλος
σπιλόω
σπιλώδης
σπίλωμα
σπιλωτός
σπίνα
σπίνδαλος
σπινδεῖρα
σπινθάριξ
σπινθαρίς
Σπίνθαρος
σπινθάρυξ
σπινθεύω
σπινθήρ
Σπινθήρ
Σπίνθηρ
σπινθηρακίζω
σπινθηράκιον
σπινθηρίζω
σπινθηροβολέω
σπινθηροβόλος
σπινθηροειδής
σπινθηροπόμπος
σπινθίον
σπίνθραξ
σπινίδιον
σπινίδον
σπίνιον
σπίνος
σπινός
σπινώδης
σπιοέλης
σπῖρα
σπλάγχνα
σπλαγχνεύω
…
σπιλωτός
Save
σπιλωτός, stained
LSJ
Pape
σπῐλ-ωτός, ή, όν,
stained,
Gloss.
σπιλωτός
,
befleckt
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}