Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Τύλλος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τυκίζω
τυκίον
τύκισμα
τῦκον
τύκος
τυκτά
τυκτός
τύκω
τύλα
τυλαίνιον
τυλάριον
τύλαρος
τυλαρόω
τυλάς
τυλεία
τυλεῖον
τύλη
τυληρός
Τυλήσσιοι
τυλία
τύλιγμα
τυλιγμός
τυλίον
τύλιον
τυλίσσω
τυλίττω
Τύλιφος
Τυλλία
Τύλλιος
τύλλος
Τύλλος
τυλοειδής
τυλόεις
τυλοπλόκος
τυλοπροσκεφάλαιον
τύλος
Τύλος
τυλοτάπης
τυλοφάντης
τυλόω
τυλυφάντης
τυλώδης
τύλωμα
τύλων
τύλωσις
τυλωτός
τυμβάς
τυμβαύλης
τυμβεία
τύμβειος
τυμβεῖος
τύμβευμα
τύμβευσις
τυμβεύω
τυμβήρης
τυμβιάς
τυμβίδιος
τυμβίον
τύμβιος
τυμβίτης
τυμβῖτις
…
Τύλλος
Save
Bailly 2024
Τύλλος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Tullus
,
n. d’h. rom.
Plut.
Num.
21,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}