τυλόεις
τυλόεις, callous, knobby
τῠλό-εις, εσσα, εν,
- callous, knobby, Nic. Th. 272.
τυλόεις, όεσσα, όεν [ῠ] calleux, Nic. Th. 272.
Étym. τύλος.
τυλόεις, εσσα, εν, schwielig, verhärtet, voll Schwielen, Nic. Th. 272.