αὐθέντρια
αὐθέντρια, fem. of ἀυθέντης, master
αὐθέντ-ρια, ἡ,
- fem. of αὐθέντης, = κυρία, Keil-Premerstein Zweiter Bericht 142.
dueña, señora, TAM 5.795.17 (III d.C.),
φύλαξ οὖσα (ἡ τριάς) ὑμετέρα καὶ αὐ. τῆς βασιλείας