Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτομόλως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτομαχέω
αὐτόμεγα
αὐτομέγεθος
Αὐτομέδουσα
Αὐτομέδων
αὐτομέλαθρος
Αὐτομέλιννα
αὐτομεμφής
Αὐτομένης
αὐτομενίς
αὐτομετάβλητος
αὐτομετοχή
αὐτόμετρος
Αὐτομήδης
αὐτομήκης
αὐτομῆκος
αὐτόμηκος
αὐτομηνί
αὐτομήνυτος
αὐτομήστωρ
αὐτομήτωρ
αὐτόμισθος
αὐτόμοιρος
αὐτομολέω
αὐτομόλης
αὐτομόλησις
αὐτομολία
Αὐτόμολοι
αὐτόμολος
αὐτομόλπως
αὐτομόλως
αὐτόμορφα
αὐτόμορφος
αὐτόνεκρος
αὐτονοερός
αὐτονοέω
Αὐτονόη
αὐτονόησις
αὐτονόητος
Αὐτονόμα
αὐτονομαστί
αὐτονομέομαι
αὐτονομέω
αὐτονομία
αὐτόνομος
Αὐτόνομος
αὐτόνοος
Αὐτόνοος
αὐτονοῦς
αὐτονυκτί
αὐτονυχεί
αὐτονυχί
αὐτονυχιδίς
αὐτονύχιος
αὐτονυχίς
αὐτοξενεῖν
αὐτόξενος
αὐτόξεστος
αὐτοξηρότης
αὐτόξυλος
αὐτοοικία
…
αὐτομόλως
Save
Bailly 2024
αὐτομόλως,
adv.
comme un transfuge,
c. à d.
en traître,
Soph.
fr. 617
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}