αὐχμήεις
αὐχμήεις, εσσα, εν,
- = αὐχμηρός, h.Hom. 19.6.
1 desgreñado
Πᾶν' ἀνακεκλόμεναι (αἱ νύμφαι) ... αὐχμήενθ'
a Pan invocando (las ninfas) desgreñado
2 seco, árido una región, D.P.182.
αὐχμήεις, εσσα, εν, c. αὐχμηρός, Hh. 19, 6.
αὐχμήεις, Πάν H.h. 18.6, = αὐχμηρός.