αὔχημα
αὔχημα, a thing boasted of, a pride, boast
- thing boasted of, object of pride, the pride, boast, <χθονός> S. OC 710 (lyr.); cause for boasting, glory, σὺ γάρ νιν εἰς τόδʼ εἷσας αὔ. ib. 713, cf. Th. 7.75.
- II = αὔχη, boasting, self-confidence, Id. 2.62, 7.66; ὀπιθόμβροτον αὔ. δόξας Pi. P. 1.92: in pl., ποῦ τὰ πρόσθεν αὐ.; Pl. Ax. 365a.
1 objeto de orgullo o de gloria
χθονὸς αὔ. μέγιστον
Ἀργεῖον αὔ.
τὸ μελιχθρὸν αὔ. Λεσβίων Σαπφώ
Σικελίας αὔ. τροφαλίς
ὦ νεανίδες ἐμῆς αὐχήματα μεγαλοφροσύνης
Νῶε ... τοῖς αὐχήμασιν εὖ μάλα κατεστεμμένος
2 orgullo, jactancia
αὔ. καὶ ἀπὸ ἀμαθίας εὐτυχοῦς καὶ δειλῷ τινι ἐγγίνεται
la jactancia puede surgir hasta en un cobarde por efecto de una ignorancia afortunadaπαρ' ἐλπίδα τοῦ αὐχήματος σφαλλόμενρι
ὀπιθόμβροτον αὔχημα δόξας
orgullo de gloria que sobrevive a los mortalesποῦ τὰ πρόσθεν αὐχήματα;
τυραννικὰ αὐχήματα
φρύαγμα ἵππου ... αὔ.
• gloria
σὺ γάρ νιν εἰς τόδ' εἶσας αὔ.
ἀπὸ οἵας λαμπρότητος καὶ αὐχήματος ... ἀφῖκτο
γένους αὔ. καὶ πλούτου φρόνημα
- 1acclaim ὀπιθόμβροτον αὔχημα δόξας οἶον ἀποιχομένων ἀνδρῶν δίαιταν μανύει P. 1.92
- Ia thing boasted of, a pride, boast, Soph.: cause for boasting, glory, Soph., Thuc.
- IIboasting, self-confidence, Thuc.