βάδισμα
βάδισμα, walk, gait
- walk, gait, X. Ap. 27, D. 37.55: pl., Luc. Herm. 18; ἐλθὼν ἐν ἠρεμαίῳ β. Palaeph. 31.
paso, marcha, andadura
ἐν ἠρεμαίῳ βαδίσματι
θρυπτόμενοί τε τοῖς βαδίσμασιν
β. ἄσχημον
γυμνὸν β.
paso descalzoἐς ὀρθὸν τοῦ βαδίσματος ... ἦλθε
recobró la derechura de la marchaἐθεράπευον ... τὸ β. τῶν πατέρων οἱ νεώτεροι τῶν παίδων
β. σχολαῖον
β. τεταγμένον βραχύ
• forma de andar, andares
ἀπῄει καὶ ὄμμασι ... καὶ βαδίσματι φαιδρός
περὶ τοῦ ἐμοῦ γε βαδίσματος ἢ διαλέκτου
σχῆμα καὶ β. καὶ βλέμμα
ἐπῄνει τὸ βάδισμα
- walk, gait, Xen., Dem.