βαλανεύς
βαλανεύς, a bath-man
- bath-man, Ar. Eq. 1403, Ra. 710, Pl. R. 344d, etc.: prov., βαλανεὺς ἐπὶ τῶν πολυπραγμόνων Diogenian. 3.64.
bañero
ἔστιν ἄξιος, πόρναισι καὶ βαλανεῦσι διακεκραγέναι
ἀναπηδῶσιν πάντες ἐπ' ἔργον, χαλκῆς, κεραμῆς, σκυλοδέψαι, σκυτῆς, βαλανῆς
ὁ πονηρότατος β.
ὁ Θρασύμαχος ἐν νῷ εἶχεν ἀπιέναι, ὥσπερ βαλανεὺς ἡμῶν καταντλήσας κατὰ τῶν ὤτων ἀθρόον καὶ πολὺν τὸν λόγον
ὥσπερ ὄνος βαλανέως ξύλα καὶ φρύγανα κατακομίζων
τὸν ποταμόν, βαλανεῦ, τίς ἐτείχισε;
• fig. ref. a los que se meten en lo que no les importa cotilla Diogenian.1.3.64,
βαλανεύς· πολυπράγμων, περίεργος
•De la raíz *gu̯elHi̯1 en grado ø y α, cf. βάλλω. Tb. se ha rel. mic. qe-ra-na ‘vasija de agua caliente’, de *gu̯her- ‘caliente’.
- a bath-man, Lat. balneator .