βαλανεύτρια
bañera fem. de βαλανεύς Poll.7.166,
τίς ἀνέτρεψε τῆς βαλανευτρίας τὴν ἐμπολήν
βαλανεύτρια, ας (ἡ) [ᾰᾰν] maîtresse ou servante de bain, Lib. 4, 140.
Étym. cf. βαλανευτής.
βαλανεύτρια, ἡ, fem. zu βαλανεύς, Liban.
bañera fem. de βαλανεύς Poll.7.166,
τίς ἀνέτρεψε τῆς βαλανευτρίας τὴν ἐμπολήν