βαλλιρός Save DGE Bailly 2024 Pape βαλλιρός v. βάλερος. βαλλιρός, οῦ (ὁ) c. βάλερος, Arstt. H.A. 8, 20, 2. βαλλιρός, ὁ, ein Fisch, Arist. H.A. 8.20.