βαλλίστρα
βαλλίστρα, catapult, engine of war
βαλλίστρα, ἡ,
- catapult, engine of war, Procop. Goth. 1.22, al., Steph. in Hp. 2.384 D.
catapulta
ὡς μήτε τῇ καλουμένῃ βαλλίστρᾳ χρῆσθαι τοὺς φύλακας οἵους τε εἶναι
ἵνα ὡς ἀπὸ βαλλίστρας τινὸς ... ἀκοντισθῇ τὸ σπέρμα