Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βαλνικάριος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βαλλαντιοτόμος
βαλλάριον
βάλλαρις
βαλλαχράδαι
Βαλλαχράδαι
βάλλεκα
βαλλήιαι
βαλλήν
Βαλλήναδε
Βαλληναῖον
Βαλληναῖον ὄρος
βαλληναῖος
Βαλληναῖος
βαλληναῖος ἑορτή
βαλλητύς
Βαλλιαρ-
βαλλίζω
βαλλίον
βαλλιρός
βάλλις
βαλλισμός
βαλλιστάριος
βαλλιστής
Βαλλιστής
βαλλίστρα
Βαλλίων
Βαλλομάριος
βάλλω
βαλλωτή
βαλμός
βαλνικάριος
Βαλόγγα
Βαλόγκα
Βάλοιον
Βαλοῖος
βαλοιτήσειρον
βαλός
Βάλσα
βαλσαμέλαιον
βαλσαμίνη
βάλσαμον
βάλσαμος
βαλσαμουργός
βαλσαμῶδες
βαλσαμώδης
βαλσαμών
Βαλτάσαρος
Βάλτη
βάλτιον
Βαλτιπάτνα
βάλτις
Βαλύρα
Βάλωμος
βαλώστιον
Βαλώστιον
βᾶμα
βαμά
βάμβα
βαμβαίνω
βαμβακεία
βαμβάκεια
…
βαλνικάριος
Save
DGE
βαλνικάριος
-ου, ὁ
bañero
,
Corinth
.8(3).534.5 (III/IV d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}